Μαρινέλλα: Μια ζωή σαν ταινία – Θρίαμβοι, πληγές και μια φωνή που δραπέτευσε από το χρόνο.

Η φωνή της δεν ήταν ποτέ απλώς ήχος. Ήταν η ρωγμή μέσα από την οποία έμπαινε φως και πόνος μαζί. Η Μαρινέλλα δεν τραγούδησε απλώς την Ελλάδα· την έζησε, τη διέσχισε, τη σήκωσε στους ώμους της σαν μαντίλι βρεγμένο από δάκρυ και ιδρώτα.

«Ήμουν η πιο μικρή τότε της οικογένειας και με είχανε γιατί χόρευα, τραγούδαγα… Ας πούμε ήμουν το γραμμόφωνο της εποχής.»

Για όλους εμάς η κυρία του ελληνικού πενταγράμμου, για την οικογένειά της η Κική, η Κικίτσα, η Κυριακούλα και για τη γιαγιά της το μπουλμπούλι της που θα πει αηδόνι. Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη, σε χρόνια δύσκολα και μετεμφυλιακά, μεγάλωσε σε γειτονιές όπου η φτώχεια δεν ήταν ντροπή αλλά καθημερινότητα. Από παιδί έμαθε πως τίποτα δεν χαρίζεται. Ούτε το ψωμί ούτε το χειροκρότημα.

Τραγουδούσε στις αυλές, στα οικογενειακά τραπέζια, σε μικρές σχολικές γιορτές. Εκεί γεννήθηκε η πρώτη της σκηνή: το βλέμμα των άλλων.

Σε ηλικία 12 ετών διαφήμιζε καταστήματα και στα 17 της ακολούθησε ως ηθοποιός το θίασο της Λοράνς.

«Είναι μεγάλο σχολείο τα δέκα χρόνια που πέρασα με τον Καζαντζίδη.»

Το 1956 τραγουδά στο Πανόραμα δίπλα στον Στέλιο Ζαφειρίου. Ένα χρόνο αργότερα, ο Στέλιος Ζαφειρίου θα γίνει ο συνδετικός κρίκος για τη γνωριμία της με τον Στέλιο Καζαντζίδη, με τον οποίο έμελλε να σταθούν δίπλα-δίπλα τόσο στο πάλκο, όσο και στη ζωή. Ο Στέλιος Καζαντζίδης μαγεύτηκε ακούγοντάς την να τραγουδά και η γνωριμία τους συνεχίστηκε μέσα στη βάρκα του πατέρα της, κοινός παρονομαστής η αγάπη τους για τη θάλασσα και το ψάρεμα.

Η Μαρινέλλα έγινε το σεκόντο του και από τη Θεσσαλονίκη κατέβηκαν στην Αθήνα και γνώρισαν απίστευτη δόξα. Συμμετείχαν ως ντουέτο σε δέκα ελληνικές ταινίες. 

Η σχέση τους υπήρξε θυελλώδης. Ένας έρωτας που έμοιαζε με τα ίδια τα τραγούδια τους: παθιασμένος, απόλυτος, συχνά οδυνηρός. Παντρεύτηκαν το 1964, κουβαλώντας δόξα και εγωισμούς. Ο χωρισμός τους το 1966 δεν ήταν απλώς προσωπικό γεγονός· ήταν λαϊκό δράμα. Τα πρωτοσέλιδα ψιθύριζαν και φώναζαν μαζί. Εκείνη, αντί να καταρρεύσει, έκανε το πιο αντισυμβατικό βήμα της εποχής: στάθηκε μόνη της.

«Να βάλω παντελόνι ήταν το πιο δύσκολο πράγμα. Ποια θα βάλει παντελόνι; Καμία. Εγώ το κέντρο διασκέδασης το έπαιρνα και το έκανα ό,τι ήθελα.»

Σε μια δεκαετία όπου οι μεγάλες γυναικείες φωνές συχνά ορίζονταν από τους άντρες δημιουργούς ή συζύγους τους, η Μαρινέλλα επέλεξε την αυτονομία. Δεν ήταν «η πρώην του Καζαντζίδη». Ήταν η Μαρινέλλα. Από το ντροπαλό μελαχρινό κορίτσι που καθόταν στο πάλκο, μεταμορφώθηκε σε μια δυναμική γυναίκα με κοντοκουρεμένο μαλλί, η οποία με κάθε κίνησή της έδειχνε ότι η πίστα της ανήκει.

Το 1974 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην πρώτη της συμμετοχή στον Διαγωνισμό Τραγουδιού της Eurovision με το τραγούδι του Γιώργου Κατσαρού “Κρασί, θάλασσα και τ’ αγόρι μου”, το οποίο κατέλαβε την 11η θέση, μια θέση που όμως δεν εμπόδισε το τραγούδι να κάνει ευρωπαϊκή καριέρα. Η συμμετοχή της αποτέλεσε δήλωση: μια λαϊκή τραγουδίστρια μπορούσε να σταθεί σε ευρωπαϊκή σκηνή χωρίς να απαρνηθεί την ταυτότητά της.

«Ήθελε μεγάλα κότσια να μεγαλώσω την κόρη μου. Μου συμπλήρωσε όλα τα θέλω μου.»

Ένα χρόνο νωρίτερα, η Μαρινέλλα τάραξε τη νόρμα της εποχής, αφού έγινε ανύπαντρη μητέρα, φέρνοντας στον κόσμο τη μονάκριβη κόρη της, Τζωρτίνα Σερπιέρη, καρπό του έρωτά της με τον πρωταθλητή Ελλάδος στην ιππασία, Φρέντυ Σερπιέρη. Προστάτευσε την κόρη της από τα φώτα, αλλά δεν απολογήθηκε για τις αποφάσεις της. Η μητρότητα δεν την απομάκρυνε από τη σκηνή, την όπλισε με μεγαλύτερη ευαισθησία.

«Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι θα παντρευτώ, ούτε ήθελα να παντρευτώ. Όταν χωρίζουν δύο άνθρωποι, θα πρέπει να χωρίζουν έντιμα.»

Σε προσωπικό επίπεδο, δεν υπήρξε ποτέ γυναίκα που έκρυψε τις επιλογές της για να γίνει αρεστή. Έζησε έρωτες και δεν απολογήθηκε ποτέ. Στις 10 Νοεμβρίου του 1973 παντρεύτηκε τον δεύτερο σύζυγό της, Τόλη Βοσκόπουλο, με το γάμο τους να κρατάει μέχρι το 1981.

Η αντισυμβατικότητά της αποτυπώθηκε και στις καλλιτεχνικές της επιλογές, όταν από την πίστα πέρασε στις μπουάτ της Πλάκας, ενώ συνεργάστηκε και με τον τραγουδοποιό Κώστα Χατζή. Δεν περιορίστηκε στο καθαρό λαϊκό τραγούδι. Πειραματίστηκε με θεατρικότητα, με διεθνείς ήχους, με παραστάσεις που θύμιζαν περισσότερο ευρωπαϊκή σκηνή παρά νυχτερινό κέντρο της Αθήνας. Τα κοστούμια της τολμηρά και η παρουσία της σχεδόν κινηματογραφική.

«Όσο αντέχω θα τραγουδάω.»

Για 65 χρόνια η Μαρινέλλα διέσχιζε ακούραστα τη σκηνή. Υπήρξαν βραδιές που η φωνή της έμοιαζε να σταματά τον χρόνο. Στο Ηρώδειο, σε μεγάλες αίθουσες, σε λαϊκά μαγαζιά που μετατράπηκαν σε ναούς. Κάθε φορά, η ίδια τελετουργία: σιωπή και μετά έκρηξη.

Δεν ήταν απλώς ερμηνεύτρια· ήταν αφηγήτρια της γυναικείας ψυχής. Μεγάλωσε μαζί με το κοινό της και ωρίμασε μπροστά του. Οι συνεργασίες της με μεγάλους δημιουργούς, οι sold out παραστάσεις, οι δίσκοι που έγιναν χρυσάφι είναι πράγματα μετρήσιμα. Αυτό που δεν μετριέται είναι η επίδραση της. Πόσες γυναίκες είδαν σε εκείνη μια μορφή δύναμης; Πόσοι άντρες άκουσαν στη φωνή της τη δική τους σιωπηλή οδύνη;

Κάποια στιγμή οι «New York Times» την εξύμνησαν. Ακόμη και ο Φρανκ Σινάτρα επικύρωνε ότι, αν ήθελε να κάνει διεθνή καριέρα, σε δύο εβδομάδες όλος ο κόσμος θα μιλούσε γι’ αυτήν.

«Ο χρόνος είναι αλύπητος, αδυσώπητος και είναι αυτός που μας κάνει κουμάντο. Γεννήθηκα νέα, θα πεθάνω νέα.»

Στο τέλος, πίσω από τα φώτα, τα φορέματα και τα χειροκροτήματα, μένει ένα κορίτσι από τη Θεσσαλονίκη που δεν συμβιβάστηκε με τη μοίρα που της έλαχε. Ένα κορίτσι που ο κόσμος έμαθε μόνο με το μικρό του όνομα και που έκανε τη ζωή τραγούδι και το τραγούδι ιστορία.