Το καλοκαίρι είναι η εποχή που έχουμε συνδέσει με την ξεγνοιασιά, τις διακοπές και τις όμορφες στιγμές. Ωστόσο, για πολλούς ανθρώπους ο Αύγουστος δεν συνοδεύεται μόνο από χαρά, αλλά και από συναισθήματα μελαγχολίας, μοναξιάς ή ακόμη και άγχους. Η συνεχής έκθεση στα social media, οι εικόνες από τις «τέλειες» διακοπές των άλλων, η πίεση να περάσουμε κι εμείς εξίσου καλά και ο φόβος ότι «χάνουμε κάτι» (FOMO) μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη διάθεσή μας, ακόμη κι αν βρισκόμαστε σε άδεια ή διακοπές. Πόσο φυσιολογικά είναι όλα αυτά τα συναισθήματα και πώς μπορούμε να τα διαχειριστούμε; Ο Ψυχολόγος Υγείας και Ψυχοθεραπευτής Ιωάννης Παπαβασιλείου (B.Sc., M.Sc., Adc. Dip.) απαντά στα πιο συχνά ερωτήματα γύρω από τη λεγόμενη «καλοκαιρινή μελαγχολία», το FOMO και την ψυχολογία των διακοπών, εξηγώντας γιατί τελικά το πιο σημαντικό δεν είναι να ζούμε τις «τέλειες» στιγμές, αλλά εκείνες που ταιριάζουν πραγματικά στις δικές μας ανάγκες.
Το καλοκαίρι θεωρείται η πιο ξέγνοιαστη εποχή του χρόνου. Γιατί όμως αρκετοί άνθρωποι νιώθουν άγχος, μοναξιά ή μελαγχολία αντί για χαρά;
Το καλοκαίρι συνοδεύεται από έντονες κοινωνικές προσδοκίες ότι «πρέπει» να είμαστε χαρούμενοι, ξεκούραστοι και κοινωνικοί. Όταν η προσωπική μας πραγματικότητα απέχει από αυτή την εικόνα, μπορεί να βιώσουμε απογοήτευση ή μοναξιά. Σύμφωνα με τη Γνωσιακή Θεωρία του Beck, οι αρνητικές σκέψεις και οι μη ρεαλιστικές προσδοκίες επηρεάζουν άμεσα το συναίσθημά μας. Έτσι, το καλοκαίρι δεν δημιουργεί απαραίτητα τη δυσφορία, αλλά συχνά την αναδεικνύει, ειδικά εάν λάβουμε υπόψιν και τους κοινωνικούς παράγοντες όπως είναι τα social media, όπου συχνά επιλέγουμε να αναδεικνύουμε πολύ συγκεκριμένες και εμφανώς “καλές” στιγμές μας. Κάποιος ο οποίος “βομβαρδίζεται” από εικόνες ταξιδιών, χαρούμενων στιγμών και έντονων εμπειριών των άλλων μπορεί να αναπτύξει αυτό που ονομάζουμε F.O.M.O. (Fear Of Missing Out, η αίσθηση ότι κάτι χάνεις, ότι δεν είσαι μέρος της εμπειρίας) που εξ’ ορισμού έχει αρνητική χροιά και δημιουργεί αρνητικά συναισθήματα.
Υπάρχει πραγματικά αυτό που αποκαλούμε “summer sadness” ή “summer blues”; Πόσο συχνό είναι και πού οφείλεται;
Ναι, το λεγόμενο “summer sadness” είναι ένα υπαρκτό φαινόμενο, αν και εμφανίζεται λιγότερο συχνά από την εποχική κατάθλιψη του χειμώνα. Η υπερβολική ζέστη, η διαταραχή της καθημερινής ρουτίνας, οι δυσκολίες στον ύπνο και η κοινωνική πίεση μπορούν να επιβαρύνουν τη διάθεση. Εξίσου σημαντικός είναι ο βιολογικός παράγοντας, καθώς η παρατεταμένη έκθεση στον ήλιο και η αίσθηση της αυξημένης θερμοκρασίας στο σώμα μας μπορεί να επηρεάσει ορμόνες όπως είναι η μελατονίνη (μπορεί να δημιουργήσει δυσκολίες στον ύπνο λόγω της μειωμένης έκκρισής της και της δυσκολίας του οργανισμού να μειώσει τη θερμοκρασία του σώματος κατά τις βραδινές ώρες), η κορτιζόλη (το σώμα νιώθει να στρεσάρεται όταν βρίσκεται σε μη φυσιολογικές συνθήκες προκαλώντας έντονο αίσθημα δυσφορίας και σε παρατεταμένη διάρκεια αίσθημα κόπωσης), η ινσουλίνη (αυξάνεται η ευαισθησία σε αυτήν, προκαλώντας διακυμάνσεις των επιπέδων σακχάρου στο αίμα) και οι θυρεοειδικές ορμόνες (μπορεί να επηρεαστεί ο μεταβολικός ρυθμός).
Τα social media γεμίζουν με εικόνες από “τέλειες” διακοπές. Πόσο επηρεάζει αυτό την ψυχολογία μας και τις προσδοκίες που έχουμε από το καλοκαίρι;
Τα social media προβάλλουν κυρίως τις πιο ιδανικές στιγμές, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι όλοι οι άλλοι περνούν καλύτερα. Η Θεωρία της Κοινωνικής Σύγκρισης του Festinger εξηγεί ότι τείνουμε να αξιολογούμε τον εαυτό μας συγκρίνοντάς τον με τους άλλους, κάτι που μπορεί να μειώσει την ικανοποίησή μας. Έτσι, αντί να απολαμβάνουμε τις δικές μας εμπειρίες, κυνηγάμε ένα μη ρεαλιστικό πρότυπο. Η συνειδητή χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης βοηθά να μειωθεί αυτή η πίεση, όπως επίσης και η συνειδητοποίηση ότι τα social media είναι συχνά σαν τις βιτρίνες των μαγαζιών – επιλέγουμε να βάλουμε τα καλύτερα και πιο προσεγμένα “προϊόντα” μας εκεί ώστε να φαίνεται ωραίο και ελκυστικό με μια πρώτη ματιά, χωρίς να σημαίνει απαραίτητα ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Γιατί πολλές φορές, ενώ περιμένουμε όλο τον χρόνο τις διακοπές μας, τελικά δεν καταφέρνουμε να χαλαρώσουμε;
Σε αυτό το σημείο είναι καλό να λάβουμε υπόψιν την έντονη διαφορά και την απότομη μετάβαση που συμβαίνει από μια ρουτίνα που διαρκεί 11 μήνες σε μια διαφορετική που θα διαρκέσει μόλις 2-4 εβδομάδες. Ο εγκέφαλος χρειάζεται χρόνο για να αποφορτιστεί από το χρόνιο στρες και να προσαρμοστεί σε μια πιο ήρεμη καθημερινότητα, ειδικά όταν έχει μάθει να ξυπνάει συγκεκριμένη ώρα και να εκτελεί συγκεκριμένες διεργασίες για 8+ ώρες. Η περίοδος προσαρμογής συχνά μας “τρώει” σχεδόν όλες τις διακοπές, με αποτέλεσμα να μην χαλαρώνουμε όσο θα θέλαμε. Επιπλέον υπάρχουν δύο ακόμα σημαντικοί παράγοντες που μπορεί να μας δυσκολεύουν. Ο πρώτος είναι ότι η δουλειά δεν σταματάει απαραίτητα επειδή βγαίνουμε σε άδεια, με αποτέλεσμα να υπάρχει στο πίσω μέρος του μυαλού μας η σκέψη του τί μας περιμένει όταν επιστρέψουμε. Ο δεύτερος έχει να κάνει με το κοινωνικο-καπιταλιστικό σύστημα, όπου η αξία του ανθρώπου συχνά συγχέεται με την παραγωγικότητά του ως εργαζόμενου, δημιουργώντας ένα άτυπο αίσθημα ενοχής όταν δεν δουλεύουμε/παράγουμε.
Μετά τις καλοκαιρινές διακοπές αρκετοί άνθρωποι νιώθουν μια έντονη αλλαγή στη διάθεσή τους. Τι είναι το λεγόμενο “post-vacation blues” και πώς μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε;
Το “post-vacation blues” περιγράφει τη φυσιολογική δυσκολία προσαρμογής στην επιστροφή στην καθημερινότητα μετά από μια περίοδο ξεκούρασης. Η απότομη αλλαγή ρυθμού μπορεί να προκαλέσει μελαγχολία, έλλειψη κινήτρου ή εκνευρισμό. Βοηθά η σταδιακή επιστροφή στις υποχρεώσεις, η διατήρηση ευχάριστων δραστηριοτήτων μέσα στην εβδομάδα και η αποφυγή υπερβολικών απαιτήσεων από τον εαυτό μας. Ένας εύκολος και πρακτικός τρόπος να περιοριστεί κάπως αυτό το φαινόμενο είναι να επιστρέψουμε στον τόπο κατοικίας μας λίγες μέρες νωρίτερα από την επανέναρξη της δουλειάς, ώστε ο εγκέφαλος και το σώμα μας να έχουν τον απαραίτητο χρόνο να επαναπροσαρμοστούν στη γνώριμη καθημερινότητα.
Τα solo ταξίδια γίνονται όλο και πιο δημοφιλή. Ποια είναι τα ψυχολογικά τους οφέλη και σε ποιους ανθρώπους θα τα προτείνατε;
Τα solo ταξίδια ενισχύουν την αυτονομία, την αυτογνωσία και την αίσθηση προσωπικής αποτελεσματικότητας. Σύμφωνα με τη Θεωρία της Αυτοπροσδιοριζόμενης Συμπεριφοράς των Deci & Ryan, η αυτονομία αποτελεί βασική ανθρώπινη ψυχολογική ανάγκη. Είναι ιδιαίτερα ωφέλιμα για ανθρώπους που επιθυμούν να γνωρίσουν καλύτερα τον εαυτό τους ή να ενισχύσουν την αυτοπεποίθησή τους. Τα ταξίδια με παρέα μπορούν να προσφέρουν το μοίρασμα των εμπειριών και το χτίσιμο/δέσιμο των κοινωνικών σχέσεων, ενώ τα solo ταξίδια μπορούν να προσφέρουν αίσθηση αυτορρύθμισης και ανάληψη την ευθύνης της προσωπικής απόλαυσης (καθώς το άτομο είναι αποκλειστικά υπεύθυνο για το τι ώρα θα ξυπνήσει, τι θα κάνει, που θα πάει, τι θα φάει κλπ) και ευκαιρία για μια ιδιαίτερη ενδοσκόπηση, όπου μπορούμε να αναγνωρίσουμε πιο εύκολα τι συμβιβασμούς κάνουμε όταν βρισκόμαστε στην παρουσία των άλλων και γιατί.
Πώς μπορούμε να οργανώσουμε τις διακοπές μας ώστε να επιστρέψουμε πραγματικά ξεκούραστοι – όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχικά;
Οι διακοπές χρειάζονται ισορροπία ανάμεσα στη χαλάρωση και στις δραστηριότητες που μας γεμίζουν. Είναι σημαντικό να μην υπερφορτώνουμε το πρόγραμμα με συνεχείς υποχρεώσεις ή κοινωνικές εξόδους, αλλά να “επιλέγουμε τις μάχες μας”. Στο τέλος της ημέρας ο στόχος είναι να κάνουμε πράγματα που θα γεμίσουν εμάς, όχι τους άλλους. Η θεωρία της ψυχικής αποκατάστασης δείχνει ότι η επαφή με τη φύση, ο ποιοτικός ύπνος και η απομάκρυνση από τις επαγγελματικές απαιτήσεις βοηθούν ουσιαστικά στην ανανέωση. Ο στόχος δεν είναι να κάνουμε περισσότερα, αλλά να νιώσουμε καλύτερα. Υπάρχει πληθώρα μελετών που αναδεικνύουν τα οφέλη των διακοπών στη φύση, καθώς μειώνεται σε σημαντικό βαθμό η γνωστική κόπωση (το αίσθημα της κούρασης στον εγκέφαλο από τον καθημερινό και συνεχόμενο βομβαρδισμό πληροφοριών).
Το καλοκαίρι δεχόμαστε πολλές προσκλήσεις για εξόδους, ταξίδια ή παρέες. Γιατί αρκετοί άνθρωποι δυσκολεύονται να πουν «όχι», ακόμα κι όταν δεν το θέλουν πραγματικά;
Η δυσκολία να πούμε «όχι» συχνά συνδέεται με τον φόβο της απόρριψης ή την ανάγκη αποδοχής από τους άλλους. Άτομα με αγχώδη τύπο προσκόλλησης, σύμφωνα με τη Θεωρία Προσκόλλησης του Bowlby, μπορεί να ανησυχούν περισσότερο μήπως δυσαρεστήσουν τους γύρω τους. Ωστόσο, τα υγιή όρια αποτελούν ένδειξη αυτοσεβασμού και όχι εγωισμού. Όταν λέμε «ναι» στους άλλους ενώ θέλουμε «όχι», συχνά λέμε «όχι» στις δικές μας ανάγκες. Σε αυτήν την περίπτωση χρειάζεται να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας ότι οι διακοπές εξυπηρετούν έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό – την δική μας σωματική και ψυχική ξεκούραση και όχι την ικανοποίηση των άλλων. Οι διακοπές, και ειδικά τα solo ταξίδια που αναφέραμε προηγουμένως, είναι μια μοναδική ευκαιρία να ακούσουμε καλύτερα τις ανάγκες μας, να τις ξεχωρίσουμε από τις επιθυμίες μας και να επαναπροσδιορίσουμε τα όριά μας.
Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο να βάζουμε υγιή όρια και στο να απομονωνόμαστε από τους γύρω μας;
Τα υγιή όρια προστατεύουν την ψυχική μας ευημερία χωρίς να διακόπτουν τη σύνδεση με τους άλλους. Αντίθετα, η απομόνωση χαρακτηρίζεται από συστηματική αποφυγή σχέσεων, επικοινωνίας και συναισθηματικής εγγύτητας. Σύμφωνα με την προσωποκεντρική θεωρία του Carl Rogers, η ψυχική υγεία συνδέεται άρρηκτα με την αυθεντικότητα, δηλαδή με το να μπορούμε να εκφράζουμε τις πραγματικές μας ανάγκες χωρίς να χάνουμε την επαφή με τους άλλους. Τα όρια δεν είναι ένας τοίχος που μας χωρίζει από τους ανθρώπους, αλλά ένα «φίλτρο» που μας βοηθά να δημιουργούμε πιο ισορροπημένες σχέσεις. Το ζητούμενο δεν είναι να είμαστε συνεχώς διαθέσιμοι στους άλλους, αλλά να μπορούμε να επιλέγουμε πότε συνδεόμαστε και πότε αποσυρόμαστε, χωρίς ενοχές. Οι υγιείς σχέσεις μπορούν να αντέξουν τα όρια, ενώ οι σχέσεις που απαιτούν να αγνοούμε συνεχώς τις ανάγκες μας ίσως χρειάζονται επανεξέταση.
Υπάρχει τρόπος να ξεπεράσουμε το FOMO ( Fear Of Missing Out – τον φόβο ότι χάνουμε κάτι) όταν επιλέγουμε να μείνουμε σπίτι ή να κάνουμε πιο ήρεμες διακοπές από τους φίλους μας;
Το FOMO τροφοδοτείται από την πεποίθηση ότι οι άλλοι ζουν συνεχώς καλύτερες εμπειρίες από εμάς. Η γνωσιακή-συμπεριφορική προσέγγιση προτείνει να αμφισβητούμε αυτές τις σκέψεις και να αναγνωρίζουμε ότι βλέπουμε μόνο ένα μικρό μέρος της πραγματικότητας. Όταν εστιάζουμε στις δικές μας αξίες και ανάγκες, η σύγκριση μειώνεται και αυξάνεται η αίσθηση ικανοποίησης. Στόχος δεν είναι να προλάβουμε τα πάντα, αλλά να μπορούμε να αναγνωρίσουμε και να επιλέξουμε όσα πιστεύουμε ότι μας κάνουν πραγματικά καλό. Την περίοδο των διακοπών μπορούμε να λειτουργήσουμε φροντιστικά απέναντι στον εαυτό μας και να “αποσυρθούμε”, έστω και για λίγο, από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να σταματήσουμε την οποιαδήποτε σύγκριση με τους άλλους και να εστιάσουμε σε εμάς – στο τι πραγματικά θέλουμε εμείς και τι κάνουμε για αυτό.







